Ετικέτες

,

O Βασίλειος Β’ ο Μακεδών, άφησε στους απογόνους του μία κληρονομιά ανταξια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την επονομαζόμενη τότε Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, γνωστότερη ως Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ήταν το μεγαλύτερο κράτος του τότε γνωστού κόσμου και οι επαρχίες της εκτείνονταν από την Καππαδοκία – Πόντο, μέχρι τη Σικελία – Απουλία και από την Κύπρο- Κρήτη μεχρι την Ρουμελία και την Κριμαία.

Ως αυτοκρατορία δεν ήταν δυνατον να αποτελείται αμιγώς από μία εθνότητα, αλλά επειδή βρίσκονταν σε περιοχές ελληνικές από αρχαιοτάτων χρόνων, οι κάτοικοί της ήταν κυρίως Έλληνες (Ρωμιοί). Ακολουθούσαν οι Αρμένιοι, οι Γεωργιανοί (Ίβηρες), οι Σύριοι, οι Σλάβοι, οι Αλβανοί, οι Ορθόδοξοι Άραβες κ.ά.. Οι ίδιοι αποκαλούσαν τούς εαυτούς τους “Ρωμαίους”, για να κρατήσουν την αίγλη και τη δόξα πού είχαν κληρονομήσει από την περίφημη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ομοίως ο Γερμανός αυτοκράτωρ Όθων ο Α’, όταν δημιούργησε το κράτος του, το ονόμασε “Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία”, διότι Ρωμαίος αυτοκράτορας σήμαινε θέση ανώτερη από τούς υπόλοιπους Φράγκους βασιλείς. Οι Φράγκοι όμως τούς Βυζαντινούς τούς αποκαλούσαν “Γραικούς”, (Graeci) όπως επί παραδείγματι, τούς αποκάλεσε και ο Λιουτπράνδος, επίσκοπος Κρεμώνας, ο οποίος είχε επισκεφθεί το Νικηφόρο Φωκά, το 968. Εξ ού και σήμερα άπαντες οι λαοί της υφηλίου μάς αποκαλούν Γραικούς (Greek, Griechen, Grec, Greco κ.τ.λ) με εξαίρεση τούς Τούρκους πού μας αποκαλούν Ίωνες (Yunan). Οι Τούρκοι ανέκαθεν μας αποκαλούσαν Ρωμηούς (Rum), αλλά για να καταδείξουν ότι η σύγχρονη Ελλάδα δέν έχει σχέση με το κατακτηθέν από αυτούς Βυζάντιο την αποκαλούν Yunanistan.

Παραθέτουμε ορισμένες απόψεις οι οποίες βεβαιώνουν ότι οι Βυζαντινοί είναι απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων και απλά έκαναν το “λάθος” να αλλάξουν τη θρησκεία τους και να ονομάσουν τούς εαυτούς τους “Ρωμηούς” .

Ο M. Jones λοιπόν στο έργο του: «The Greek city from Alexander to Justinian» γράφει: «Το 395, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διηρέθη και τυπικώς σε Δυτικό και Ανατολικό τμήμα. Οι Ρωμαίοι είχαν εποικίσει πολλές επαρχίες του Ανατολικού τμήματος, και είχαν δημιουργήσει civitates ή coloniae ή municipia, αλλά δεν είχαν κατορθώσει να εκτοπίσουν τους Έλληνες. Έτσι και μετα τον τυπικό διαχωρισμό, οι Έλληνες επικρατούσαν στις περισσότερες επαρχίες του Ανατολικού τμήματος, ιδιαιτέρως στις περιοχές που ωμιλείτο η Ελληνική γλώσσα και ίσχυεν η Ελληνική Παιδεία. Αντιθέτως, το Ρωμαϊκό στοιχείο εξηφανίσθη από τις επαρχίες αυτές, συνεπεία της πολιτιστικής υπεροχής των Ελλήνων.»

Αρχαίοι Ρωμαίοι λοιπόν δέν έκαναν εθνοκάθαρση όπως θά έκαναν οι Οθωμανοί αργότερα και θά την ολοκλήρωνε μεχρι τέλους ο Κεμάλ με τούς Νεότουρκους. Κατά συνέπεια η μεγάλη κοσμοπολίτικη Ελλάς των Ελληνιστικών Βασιλείων της Ασίας και της Αφρικής, συνέχισε την ζωή της στο Βυζάντιο. Ετσι και ο OSTROGORSKY συμφωνεί: «Είχε διαφυλάξει την αρχαία Ελληνική κληρονομιά και αποτελούσε την πηγή, που θα μπορούσε να ικανοποιήσει την δίψα του δυτικού κόσμου για τον Ελληνικό πολιτισμό, στα χρόνια της Αναγεννήσεως. Ο βυζαντινός κόσμος όχι μόνο προήλθε από τον ελληνιστικό, αλλά συνδεόταν μαζί του και με μια εσωτερική συγγένεια. Όπως στον ελληνιστικό έτσι και στο βυζαντινό κόσμο, τα διάφορα στοιχεία συνδέονται και εναρμονίζονται μεταξύ τους σε ένα κοινό πολιτιστικό σύνολο. Και οι δύο αυτοί κόσμοι αντλούν από την κληρονομιά μεγαλύτερων και δημιουργικότερων πολιτισμών, και η ιστορική τους προσφορά δεν συνίσταται στη δική τους δημιουργικότητα, όσο στη σύνθεση. Το Βυζάντιο προσεφερε μια μεγάλη και ιστορική υπηρεσία με το να διατηρήσει με αγάπη τα αρχαία πολιτιστικά αγαθά, να καλλιεργήσει το ρωμαϊκό δίκαιο και την ελληνική παιδεία. Τα δύο μεγάλα μεγέθη και συνάμα οι δύο αντίποδες της αρχαιότητας, η Ελλάδα και η Ρώμη, αναπτύσσονται μαζί πάνω στο βυζαντινό έδαφος. Τα μεγαλύτερα επιτεύγματα τους, το ρωμαϊκό κρατικό σύστημα και ο ελληνικός πολιτισμός, ενώνονται σε μια νέα μορφή και συνδέονται άρρηκτα με το χριστιανισμό, τον οποίο παλαιότερα τοσο το κράτος όσο και οι πολιτιστικοί φορείς τον έβλεπαν ως τον μεγάλο εχθρό τους. Το χριστιανικό Βυζάντιο δεν αποστρέφεται ούτε την εθνική τέχνη ούτε την εθνική σοφία. Όπως το ρωμαϊκό δίκαιο παρέμεινε πάντοτε η βάση του νομικού συστηματος και της νομικής συνειδήσεως των Βυζαντινών, έτσι και ο ελληνικός πολιτισμός παρέμεινε πάντοτε το θεμελιο της πνευματικής τους ζωής. Η ελληνική επιστημη και φιλοσοφία, η ελληνική ιστοριογραφία και ποίηση αποτελούν το μορφωτικό αγαθό και των πιο ευσεβών Βυζαντινών. Ακόμη και η Βυζαντινή Εκκλησία οικειοποιήθηκε την πνευματική κληρονομιά της αρχαίας φιλοσοφίας και χρησιμοποίησε την ορολογία της για τη διαμόρφωση της χριστιανικής δογματικής διδασκαλίας.»

Ο συγγραφέας και ιστορικός Ράνσιμαν γράφει: «Ο Κωνσταντίνος γέμισε τους δρόμους, τις πλατείες και τα μουσεία της νέας πρωτεύουσας με αρχαίους Ελληνικούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς για να δώσει έμφαση στον Ελληνισμό του. Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης που κυκλοφορούσαν κάθε μέρα στην πόλη δεν ήταν δυνατόν να ξεχάσουν ποτέ την δόξα της Ελληνικής τους κληρονομιάς.»

Ο βυζαντινολόγος Νίκος Σβορώνος θεωρεί ότι: «Από τον 11ο αιώνα οι νέες συνθήκες πού θα επικρατήσουν στην Αυτοκρατορία (σμίκρυνση, έντονη ιδεολογική σύγκρουση με τον δυτικό χριστιανισμό, πολεμική αναμέτρηση με τούς Σταυροφόρους, ίδρυση από Σέρβους και Αρμενίους ανεξάρτητων κρατών) θα αφυπνίσουν την ελληνική εθνότητα, θα τη βοηθήσουν να αποκτήσει συνείδηση του εαυτού της και αφού ανασυνδεθεί με την ελληνική αρχαιότητα, να αναπτύξει ΠΛΗΡΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.»

Ο H.G. Wells στην «Παγκόσμια Ιστορία» του αποκαλεί το Βυζάντιο «Νέο Ελληνικόν κράτος». Γράφει σχετικώς: «Περί του Βυζαντινού κράτους ομιλούν γενικώς, ως εάν επρόκειτο περί συνεχίσεως της ρωμαϊκής παραδόσεως, ενώ εις την πραγματικότητα τούτο ήτο ανανανέωσις της παραδόσεως του Αλεξάνδρου. Το ανατολικόν κράτος, αφ΄ότου εχωρίσθη από το δυτικόν, ωμιλούσε την ελληνικήν και αποτελούσε την συνέχεια της ελληνικής παραδόσεως αν και όχι εντελώς αγνής. Πάντως το κράτος αυτό ήτο ελληνικόν και όχι λατινικόν.»

Ο καθηγητης Παναγιώτης Χρήστου γράφει: «Η επανεμφάνισις του ονόματος Έλλην με την εθνική σημασία έγινε όταν είχε λησμονηθεί πλέον η ύπαρξις των ειδωλολατρών και η χρήσις του ήταν ακίνδυνη για τον Χριστιανισμό. Η επανεμφάνισις ακολούθησε την ίδια οδό με την εξαφάνιση. Το όνομα από εθνικό είχε εκπέσει πρώτα σε πολιτιστικό κι έπειτα σε θρησκευτικό και τέλος εξαφανίστηκε. Με την επανεμφάνιση του τώρα, για την δήλωση καταστάσεων του παρόντος, γίνεται πρώτα πολιτιστικό κι έπειτα πάλι εθνικό».

Ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός, αναφερόμενος στον εξελληνισμό των σλαβικών φύλων από τον πατέρα του Βασίλειο, γράφει στο έργο του «Τακτικά»: «Ταύτα δε ο ημετερος εν θεία τη λήξει γενόμενος πατηρ και αυτοκράτωρ Ρωμαίων Βασίλειος των αρχαίων ηθών έπεισε μεταστήναι και γραικώσας και άρχουσι κατα τον ρωμαϊκόν τύπον υποταξας και βαπτίσματι τιμήσας». Πρόκειται για μια αναφορά με ιδιαίτερη και γενικότερη ιστορική σημασία, μιας και αναφέρεται στον εξελληνισμό (γραικώσας) και τον εκχριστιανισμό (βαπτίσματι τιμήσας) των σλαβικών φύλων και καταδεικνύεται η συνείδηση του αυτοκράτορα συγγραφέα για την οιονεί εθνική διάσταση του ελληνισμού, παράλληλα με την κρατική και την θρησκευτική. Και αφού ανέφερα τον όρο “γραικώσας”, δέν μπορώ να μήν αναφέρω ένα παιδί των βυζαντινών, το οποίο αιώνες αργότερα όταν το οδηγούσαν οι πολυπολιτισμικοί Οθωμανοί στην σούβλα δήλωνε «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω». Ήταν βέβαια η απάντηση του Αθανασίου Διάκου ο οποίος μαρτύρησε με αυτον το φρικτο τρόπο για να κρατησει την ελληνικότητα και την ορθόδοξη πίστη του.

Συνεχίζουμε με απόσπασμα της Αννας Κομνηνής στην «Αλεξιάδα» που αναφέρεται στο ορφανοτροφείο – εκπαιδευτηριο που είχε δημιουργήσει ο Αλέξιος: «Και έστιν ιδείν και Λατίνον ενταύθα παιδοτριβούμενον και Σκύθην ελληνίζοντα και Ρωμαίον τα των Ελλήνων συγγράμματα μεταχειριζόμενον και τον αγράμματον Έλληνα ορθώς ελληνίζοντα».

O αρχιεπίσκοπος Γουλιέλμος της Τύρου (William of Tyre, 1130-1185) στην ιστορία του για την Α’ Σταυροφορία, αφού περιέγραψε τίς σφαγές των Αράβων από τούς σταυροφόρους, στην άλωση της Ιερουσαλήμ, έγραψε ότι αυτα συνέβησαν τον Ιούλιο του 1099, όταν πάπας ήταν ο Ουρβανός, αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Γερμανίας ήταν ο Henry IV, βασιλιάς της Γαλλίας ήταν ο Philip I και βασιλέας των Ελλήνων ήταν ο Αλέξιος: «Capta est autem praedicta civitas, anno ab Incarnatione Domini 1099, mense Julio, quinta decima die mensis, feria sexta, circa horam diei nonam; anno tertio, ex quo fidelis populus, tantae peregrinationis sibi onus assumpserat: praesidente S. Romanae Ecclesiae domino Urbano papa secundo; Romanorum vero imperium administrante domino Henrico IV; in Francia vero regnante domino Philippo; apud GRAECOS autem in sceptris agente DOMINO ALEXIO.»

Ο Νικήτας Χωνιάτης, το έργο του οποίου αποτελεί πολύτιμη πηγή για τα γεγονότα από το 1118 μέχρι την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους το 1204, δηλώνει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει τη συγγραφή της ιστορίας, που είναι το “κάλλιστον εύρημα των Ελλήνων”, περιγράφοντας βαρβαρικές πράξεις κατα των Ελλήνων: «Πώς άν έγωγε είην εγώ το βέλτιστον χρήμα, την Ιστορίαν, το κάλλιστον εύρημα των Ελλήνων, βαρβαρικαις καθ’ Ελλήνων πράξεσι χαριζόμενος».

Αθηναίος σχολιαστης της «Ρητορικής» του Αριστοτέλους, αναφερόμενος σε λεηλασίες των Δανισμενιτών Τούρκων στην Μικρά Ασία στα τέλη του 11ου, εκφράζει την συμπαράστασή του στους Έλληνες Μικρασιάτες: «Δει λοιπόν και ημάς τους Αθηναίους, όπως φροντίζωμεν πως αν οι άλλοι Έλληνες δοξάζωνται».

Τον 11ο αι. ο Μιχαήλ Ψελλός θεωρεί ως έπαινο του Ρωμανού Γ’ ότι ήταν αναθρεμμένος «λόγοις ελληνικοίς» και ως ψόγο του Μιχαήλ Δ’ ότι ήταν εντελώς άμοιρος «παιδείας ελληνικής». Τον 13ο, ο Ιωάννης Βατάτζης, βασιλιάς της Νίκαιας, διεκδικεί την ελληνική ταυτοτητα του Βυζαντίου. Στην επιστολή του στον Πάπα Γρηγόριο Θ΄ υποστηρίζει πως, «εν τω γένει των Ελλήνων ημών η σοφία βασιλεύει». Ο διάδοχος του Θεόδωρος Λάσκαρης ο Β’ θα ονομάσει την Αυτοκρατορία της Νικαιας «Ελληνικόν», ταυτίζοντας την κρατική υπόσταση με την ουσία της ελληνικής ταυτοτητας. Επί πλέον ο Λάσκαρης αναφέρεται ήδη στο ελληνικό γένος «απασών γλωσσών το ελληνικόν υπέρκειται γένος» και διεκδικεί την πνευματική ανωτερότητα των Ελλήνων, «Πάσα τοίνυν φιλοσοφία και γνώσις Ελλήνων εύρεμα… Συ δε, ω Ιταλέ, τίνος ένεκεν εγκαυχά;» Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης, τον ίδιο αιώνα αναφέρεται στην «ελληνίδα επικράτεια», ενώ ο Δημήτριος Κυδώνης στα τελευταία του έργα χρησιμοποιεί την λέξη Ελλάς ως ισοδύναμη της λέξης Βυζάντιον. Ο Ευσταθιος Θεσσαλονίκης, εξιστορώντας την άλωση της πόλεως αυτής από τους Νορμανδούς (1185), αναφέρεται στους Λατίνους ως το αντίπαλο δυτικό στρατοπεδο, στους Παφλαγόνες ως ένα γεωγραφικής τοποθετησεως φύλο, και στους Έλληνες ως το κυρίαρχο έθνος της αυτοκρατορίας: «Οι Παφλαγόνες, έθνος ατασθαλον και εν Έλλησι βάρβαρον, κελευσθέν ενεπήδησε τω των Λατίνων φύλω».

Ο Γεώργιος Γεμιστος Πλήθων τονίζει προς τον Μανουήλ Παλαιολόγο ότι οι άνθρωποι των οποίων ηγείται είναι «Έλληνες το γένος ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί», ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης απαιτεί να αντικατασταθεί πλήρως η ρωμαϊκή με τη ελληνική εθνική προσηγορία, ενώ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος θα είναι πλέον «βασιλεύς των Ελλήνων» όπως θα αναγορεύει πλέον τους αυτοκράτορες ο Ιωάννης Αργυρόπουλος: «Ου γαρ ώετο προς βασιλέως Έλληνας… μηδενός δε αφισταμενος των όσα προς την των Ελλήνων ελευθερίαν τείνει».

Τέλος οι δυτικοί, Φράγκοι και Λατίνοι, παρόντες πλέον στην ελληνική Ανατολή αποδίδουν στα ελληνικά το πατροπαράδοτο «Graeci» ως «Έλληνες», όπως δείχνει το σχετικό χωρίο του «Χρονικό του Μορέως».

Διαβάντα γαρ χρόνοι πολλοί αυτείνοι οι Ρωμαίοι
Έλληνες είχαν το όνομα, ούτω τους ονομάζαν,
Πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακόμα το κρατούσιν
Από την Ρώμην επήρασι το όνομα των Ρωμαίων».

Ο Θεόδωρος Αλανίας γράφει στον αδελφό του ότι «εάλω μεν η πατρίς, αλλ’ ανδρί σοφώ πας τοπος Ελλάς». Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης καλεί «Έλληνας» τους κατοίκους του κράτους και «Βασιλείς Ελλήνων» τους εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορας. Ο Μ. Δούκας χαρακτηρίζει τον λαόν του Βυζαντίου «Τρυγίαν των Ελλήνων». Ο Σουλτανος της Αιγύπτου με επιστολή του προς τον Ιωάννην Καντακουζηνόν τον αποκαλεί: «Βασιλέα των Ελλήνων». Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος, στην τελευταία έκκλησί του για αγώνα, χαρακτηρίζει την Κωνσταντινούπολιν: «Ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων». Στον «Θρήνο και Κλαυθμό Κωνσταντινουπόλεως» του Ματθαίου Μυρέων διαβάζουμε:

«Αλλοίμονον, αλλοίμονον ‘ς το γένος των Ρωμαίων.
Ω, πώς εκατασταθηκε το γένος των Ελλήνων.
Σ’ εμάς, εις όλους τους Γραικούς να έλθη τούτ’ την ώρα».

Από τα “Απομνημονεύματα” του Στρατηγού Μακρυγιάννη παρατίθεται το απόσπασμα: «Τι στοχάζεσαι, αυτο το Ρωμαίγικο θα κάμει άργητα να γίνει; Θα κοιμηθούμε με τους Τούρκους και θα ξυπνήσουμε με τους Ρωμαίγους».

Από τον 7ο αιώνα επίσημη γλώσσα ήταν η ελληνική και οι σπουδές ενσωμάτωναν μεταξύ άλλων τα κλασικά έργα ποίησης και λογοτεχνίας όπως ήταν αυτα του Ομήρου, του Ησίοδου, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Δημοσθένη, του Λουκιανού και του Λυσία. Η υψηλή μόρφωση ήταν το κλειδί για την είσοδο στίς ανώτερες θέσεις της γραφειοκρατίας, ενώ η ανώτερη παιδεία βασίζεται στο τρίπτυχο της ποίησης, της ρητορικής και της φιλοσοφίας και στο τετράπτυχο της γεωμετρίας, της αριθμητικής, της αστρονομίας και της μουσικής. Παράδειγμα Βυζαντινού υψηλής μορφώσεως του 11ου αιώνα ήταν ο Μιχαήλ Ψελλός, ο οποίος είχε αποστηθίσει ολόκληρη την Ιλιάδα. Ο ίδιος μάλιστα αφηγείται ότι όταν μία ημέρα ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Θ’ συνοδεύονταν στο παλάτι του από μία παλακίδα, κάποιος αυλικός φώναξε: “Ου νέμεσις”. Οι αυλικοί καταλαβαν τον υπαινιγμό και γέλασαν. (Αραγε πόσοι σύγχρονοι νεοέλληνες καταλαβαίνουν το νόημα αυτης της φράσης; Η φράση προέρχεται από τούς στίχους της Ιλιάδας:«ου νέμεσις Τρώας και ευκνήμιδας Αχαιούς τοιηδ’ αμφί γυναικί πολύν χρόνον άλγεα πάσχειν» = “δεν είναι ντροπή πού υποφέρουν Τρώες και Αχαιοί για μία γυναίκα σάν κι αυτη”, υπονοώντας την Ωραία Ελένη.)

Σχετικά με την σχέση των πολιτών του Βυζαντίου με την κλασσική φιλοσοφία ο Ράνσιμαν αναφέρει τα εξής:

«Η φιλοσοφία ήταν πάντα πολύ αγαπητη στούς Βυζαντινούς. Οι πατέρες της Εκκλησίας ήξεραν τους εθνικούς φιλοσόφους και χρωστούσαν πολλά στο νεοπλατωνισμό. Ο Λέων ο Φιλόσοφος είχε ιδιαίτερη αγάπη για τον Αριστοτέλη, ο Ψελλός τον 11ο αιώνα οδηγεί σε αναζωογόνηση τον πλατωνισμό. Ο Ιωάννης Μαυρόπους ήταν αφοσιωμενος στον Πλάτωνα, ενώ ο μαθητης του Ψελλού, ο Ιωάννης ο Ιταλός, άφησε την φιλοσοφία του Πυθαγόρα να τον παρασύρει σε μεγάλη αίρεση. Ο Μιχαήλ ο Ακωμινατος προτιμούσε την φιλοσοφία των Στωϊκών από τον Αριστοτέλη. Η εκκλησία παρόλο πού δεν αποδοκίμαζε τη μελέτη της φιλοσοφίας αποτελούσε εμπόδιο στην ελεύθερη σκέψη.

Οι πιό άξιοι ιστορικοί του 10ου αιώνα ήταν ο Λέων ο Διάκονος και ο Συμεών Λογοθέτης ενώ του 11ου αιώνα, ο Μιχαήλ Ψελλός, ο πιό μοντέρνος από τούς βυζαντινούς συγγραφείς, κυνικός, διασκεδαστικός, ο σύγχρονός του Μιχαήλ Ατταλειάτης, ο καισαρ Νικηφόρος Βρυέννιος και η πορφυρογέννητη Αννα Κομνηνή. Ακολουθούν οι χρονογράφοι Κίνναμος, Κεδρηνός, Ζωναράς και Γλυκάς. Το 10ο αιώνα γράφτηκε ένα μεγάλο επικό ποίημα σε δέκα λόγους, γραμμενο σε πολιτικούς στίχους, πού μιλούσε για τα κατορθώματα ενός πολεμιστή των ανατολικών συνόρων, του Διγενή Ακρίτα. Το έργο είναι απείρως καλύτερο από τα δυτικά ιπποτικά έπη και κανένα έμμετρο μυθιστορημα δέν κατορθωσε να φθάσει σε τέτοιο επίπεδο»

Τον 11ο αιώνα, η οικονομία ανθούσε, ενώ οι εξαγωγές ήταν πολλαπλάσιες από τίς εισαγωγές. Η Κόρινθος παρήγαγε υφάσματα, βαμβακερά, η Αθήνα ειδικεύονταν στίς βαφές και στην σαπουνοποιΐα ενώ η Θήβα φημίζονταν για τα μεταξωτα της. Η Θεσσαλονίκη φιλοξενούσε την ετησία εμπορική έκθεση του Αγίου Δημητρίου, η οποία προσείλκυε εμπόρους από όλο τον κόσμο. Στη Μικρά Ασία ο πλούτος στηρίζονταν στην αγροτική παραγωγή, ενώ ξεχώριζαν μεγάλα εμπορικά κέντρα όπως η Νίκαια, η Καισάρεια, το Ικόνιο. Οι παραλιακές πόλεις της Σμύρνης, της Περγάμου και της Τραπεζούντας προσείλκυαν πλοία από ολόκληρη την Ανατολή και τη Δύση. Στον Κεράτιο (Χρυσούν Κέρας), Αραβες και Ινδοί έμποροι έφερναν μπαχαρικά και κοσμήματα, Ευρωπαίοι έφερναν μαλί, Ρώσοι και Σκανδιναυοί έφερναν γούνες και κεχριμπάρι. Ας απολαύσουμε τον Ράνσιμαν, στην περιγραφή του για το Βυζάντιο του 11ου αιώνα:

«Η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο πλούσια. Ήταν η χωρίς αντίπαλο οικονομική και εμπορική πρωτεύουσα του κόσμου. Έμποροι από τα άκρα του κόσμου, από την Ιταλία και τη Γερμανία, από τη Ρωσία, από την Αίγυπτο και την Ανατολή, συνέρρεαν για να αγοράζουν τα είδη πολυτελείας που παρήγαν τα εργοστασιά της και να ανταλλάσσουν τα δικά τους τραχύτερα εμπορεύματα. Η σφύζουσα ζωή της μεγάλης πόλεως, πολύ πιο εκτεταμένης και πολυάνθρωπης ακόμα και από το Κάιρο και την Βαγδάτη, δεν έπαυε ποτέ να καταπλήσσει τον ταξιδιώτη με το γεμάτο πλοία λιμάνι της τις γεμάτες κόσμο αγορές της, τα εκτεταμενα προάστιά της και τις τεράστιες εκκλησίες της και τα επιβλητικά της ανακτορα. Η αυτοκρατορική αυλή, του φαινόταν το κέντρο της οικουμενης.

Αν η τέχνη είναι ο καθρέφτης του πολιτισμού, ο βυζαντινός πολιτισμός στεκόταν ψηλά. Οι καλλιτέχνες του, του ενδέκατου αιώνα έδειχναν όλη τη συγκράτηση και την ισορροπία των κλασσικών προγόνων τους. Πρόσθεταν όμως δύο ιδιότητες που προέρχονταν από ανατολική παράδοση, τον πλούσιο διακοσμητικό φορμαλισμό των Περσών και την μυστικιστική ένταση της αρχαίας Ανατολής. Τα έργα της εποχής που επιζούν, είτε είναι μικρά ελεφάντινα κομψοτεχνήματα είτε μεγάλα μωσαϊκά ή επαρχιακές εκκλησίες, όπως η του Δαφνιού και του Οσίου Λουκά στην Ελλάδα, όλα παρουσιάζουν την ίδια θριαμβευτική σύνθεση παραδόσεων και έχουν συγχωνευθεί σε ένα τέλειο σύνολο. Η φιλολογία της εποχής, αν και σημαντικά εμποδισμενη από την υπερβολικά ισχυρή αναμνηση των κλασικών επιτευγμάτων, δείχνει μια ποικιλία εξαίρετου επιπέδου. Έχομε την επιμελημενη ιστορία του Λέοντος Διακόνου, τα λεπτά λυρικά ποιήματα του Χριστοφορου εκ Μυτιλήνης, το συναρπαστικό λαϊκό έπος του Διγενή Ακρίτα, τους τραχείς, πρακτικούς αφορισμούς του στρατιώτη Κεκαυμενου και τα πνευματώδη, κυνικά αυλικά απομνημονεύματα του Μιχαήλ Ψελλού. Η ατμόσφαιρα έχει σχεδόν την αυταρέσκεια του δέκατου όγδοου αιώνα, αν εξαιρέσουμε μια απαισιοδοξία και μια απορρόφηση από τον άλλον κόσμο από τα οποία το Βυζάντιο δεν είχε ποτέ απαλλαγεί.

Oι Βυζαντινοί ήταν γνώστες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Πολλοί ιστορικοί ήθελαν να γράψουν σαν τον Θουκυδίδη, μη θέλοντας να γράψουν στη γλώσσα που τους ήταν πιο φυσική αλλά στην αρχαία. Η μεγάλη τραγωδία των βυζαντινών γραμμάτων ήταν η εξάρτησή της από την κλασσική γραμματεία. Η παιδεία τους, κατά το Μεγα Βασίλειο, όφειλε να στηρίζεται στον Όμηρο, τον “διδάσκαλο των αρετών”. Ολα ανεξαιρέτως τα αγόρια και τα κορίτσια ήξεραν τον Όμηρο. Η Άννα Κομνηνή στην “Αλεξιάδα” δεν εξηγεί ποτέ τα σημεία στα οποία αναφέρεται στον Όμηρο, όλοι οι αναγνώστες της τα γνώριζαν.»

Το βυζαντινό νόμισμα ήταν πανίσχυρο και ο πλούτος αντανακλούσε στα μέγαρα και  παλάτια πού κοσμούσαν τίς μεγάλες πόλεις, στα πολυτελή ενδύματα και κοσμήματα πού φορούσαν οι βυζαντινές, καθώς και στούς μεγαλοπρεπείς ναούς τούς στολισμενους με χιλιάδες ψηφιδωτα και επίχρυσες εικόνες. Ο πλούτος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας άφησε άφωνους τούς σταυροφόρους πού έφθαναν στα εδάφη της, σε μία εποχή μάλιστα στην οποία άρχιζε η φθίνουσα πορεία της χιλιόχρονης πορείας της. Οι σταυροφόροι δήλωναν ότι στη πρωτεύουσα των Γραικών είχαν συσσωρευθεί τα δύο τρία του παγκόσμιου πλούτου. Ο Ράνσιμαν συνεχίζει:

“Αν το Βυζάντιο τη δύναμή του και την ασφάλειά του τη χρωστούσε στην καλή λειτουργία των υπηρεσιών του, τη δυνατότητα να ξοδεύει για τίς υπηρεσίες αυτές του την έδινε το εμπόριό του. Η ιστορία του Βυζαντίου είναι πρώτα απ’ όλα, η ιστορία της οικονομικής του πολιτικής και η ιστορία του εμπορίου του Μεσαίωνα. Λίγες πόλεις είχαν το προνόμιο να βρίσκονται σε τοσο εξαιρετική θέση όπως η Κωνσταντινούπολη, πού είχε κτισθεί στον πορθμό μεταξύ Βορρά και Νότου και στην γέφυρα της Ανατολής και της Δύσης. Και λίγοι λαοί υπήρξαν τοσο ικανοί στο εμπόριο όσο οι κάτοικοί της, πού ήταν οι Έλληνες και οι Αρμένιοι”.

Για αιώνες ολόκληρους το όνομα της Κωνσταντινουπόλεως ήταν συνώνυμο του πλούτου αφού οι θησαυροί της “ούτε τελειώνουν, ούτε μετριούνται”. Ως την εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων, τα αγαθά διακινούνταν από την Άπω Ανατολή μεχρι τη Μεσόγειο. Σύμφωνα με τον Κοσμά τον Ινδικοπλεύστη τα αγαθά της Ανατολής πού έφθαναν στην Αυτοκρατορία ήταν μετάξι από την Κίνα, ξύλο από την Ινδοκίνα, πιπέρι από την Μαλαισία, κοσμήματα από την Ταπροβάνη (Κεϋλάνη). Το χρήμα πού προτιμούσαν όλοι οι έμποροι της Ανατολής ήταν το αυτοκρατορικό νόμισμα. Οι Χάζαροι έφερναν στη Χερσώνα γούνες και παστά ψάρια και οι Ρώσοι κεχριμπάρια από τη Βαλτική και μέταλλα. Ελληνικά πλοία έκαναν το εμπόριο από τη Κωνσταντινούπολη στη Βάρι (Μπάρι) και ελληνικά πλοία διέσχιζαν την Μαύρη Θάλασσα (Εύξεινος Πόντος) και έφθαναν μεχρι την Τραπεζούντα.

Εκείνο όμως πού έκανε υπερήφανους τους βυζαντινούς ήταν η “Βασιλεύουσα Πόλις“, η “Βασιλίς των Πόλεων“, η “Θεοφύλακτη Κωνσταντινούπολις“. Μία πόλη πού τραγουδούσαν για χίλια χρόνια οι βυζαντινοί Έλληνες και για πεντακόσια χρόνια οι ραγιάδες Ρωμιοί. Η Επτάλοφος είχε τα μεγαλύτερα οχυρωματικά τείχη (εσωτερικό και εξωτερικό), ύψους εννέα μέτρων και πλάτους πέντε μέτρων με ενενήντα έξη πύργους και μία τεράστια ταφρο σκαμμένη μπροστά από το εξωτερικό τείχος. Τα τείχη αυτα απέκρουσαν δεκάδες πολιορκίες ασιατών και ευρωπαίων εισβολέων για χίλια χρόνια, προστατεύοντας ταυτόχρονα τα κλασικά έργα πού φυλάσσονταν στίς βιβλιοθήκες της Πόλης, αλλά και το το κλασσικό πνεύμα πού θά φώτιζε το δρόμο της σύγχρονης Ευρώπης. Ζωντανό παράδειγμα είναι η διάσωση και αντιγραφή του περίφημου παλίμψηστου του Αρχιμήδη, ενός πολύτιμου χειρόγραφου, το οποίο αποτελεί το μοναδικό γνωστό αντίγραφο του κώδικα του μεγάλου Έλληνα μαθηματικού της αρχαιότητας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γαλλικής εφημερίδας Liberation, οι 174 σελίδες και τα 55 σχέδια του παλίμψηστου φανέρωσαν θεωρίες του Αρχιμήδη που δεν έχουν σωθεί σε άλλα χειρόγραφα και πού δείχνουν ότι είχε ασχοληθεί με θεωρίες οι οποίες αναπτύχθηκαν στην Δύση μόλις τον 20ο αιώνα, δηλαδή ύστερα από τρείς χιλιετίες. Η ομάδα πού αποκρυπτογράφησε το χειρόγραφο γράφει στην ιστοσελίδα της http://archimedespalimpsest.org/ :

The Archimedes manuscript was probably written in the second half of the tenth century. It was almost certainly written at Constantinople, for the simple reason that there is no other place that we know of where ancient mathematics was systematically studied and copied. Constantinople was the one place with a continued tradition of copying and preserving ancient texts from antiquity through the Middle Ages.

Specifically, the study of Archimedes texts can be associated with the work of Leo the Geometer. Leo the Geometer was the cousin of John VII Morocharzianus, who was Patriarch in Constantinople between 837 and 843. In the 820’s, Leo was giving private instruction in Constantinople. Evidently he was successful at inspiring his students: one of them, who had read Euclid under his supervision, was captured by the Arabs in 830. His report of Leo’s learning was sufficient to cause the Caliph to invite Leo to Baghdad. He did not go. Instead he took up the charge of the Byzantine Emperor Theophilus (829-842) to educate the public in the church of the Forty Martyrs in Constantinople. Leo was clearly something of a polymath, and a practical one at that. While in Theophilus’s service, he built fire stations between the City and the border of the Empire. Should there be an emergency on the border north of Tarsus, a message could reach the Capital in less than an hour. In the Late 850’s the assistant Emperor, Bardas, founded a school in the Imperial Palace, under Leo’s direction. Other professors were appointed too: Cometas, a literary scholar, Theodegius, an astronomer, and, perhaps most significantly for us Theodore, a geometer. We know few of the details of Leo’s school, but we can assume that it was a center of learning. Two surviving manuscripts containing texts by Archimedes contain inscriptions praising Leo the Geometer. It seems highly likely that it was as a result of his work that manuscripts of Archimedes were copied in this period.

The ninth and tenth centuries were glorious centuries for the Byzantine Empire. Constantinople was immensely wealthy, and physically secure. The imperial palace was a center of culture, and its monasteries flourished.

Αυτα και άλλα έγραψε η ομάδα πού αποκρυπτογράφησε το χειρόγραφο του Αρχιμήδη, τονίζοντας τη σημασία του Βυζαντίου στη διαφύλαξη του κλασικού πνεύματος το οποίο καθόρισε τη μετέπειτα εξέλιξη της Ευρώπης. Μία Ευρώπη, η οποία υπερέχει από όλα τα υπόλοιπα κράτη του κόσμου στα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα, στην ισοκατανομή του πλούτου, στο σεβασμό του συνανθρώπου και τα οποία τα συνδυάζει με την τεχνολογική πρόοδο. Η Πρύτανις της Οξφόρδης και ιστορικός Αveril Cameron υποστηρίζει ότι:

«Θα ήταν πολύ λυπηρό αν δεν συμπεριλάβουμε το Βυζάντιο στον γενικότερο ιστορικό διάλογο για τις ρίζες όλων μας. Αυτή η ιστορική περίοδος έχει πολλαπλές και σύνθετες πτυχές, οι οποίες έχουν αγγίξει την ιστορία ολόκληρης της Ευρώπης. Το Βυζάντιο δεν είναι αποκλειστική ιδιοκτησία των Ελλήνων, αλλά θα πρέπει να διεκδικείται από όλους μας. Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε την ιστορία του Χριστιανισμού στη Δύση, αν αγνοήσουμε το Βυζάντιο; Το γεγονός ότι η Αγγλία ή η Γαλλία επηρεάστηκαν από τη δυτική χριστιανική Εκκλησία της Ρώμης, είναι ένα ιστορικό ατύχημα. Αφήνοντας το Βυζάντιο απ’ έξω, διαστρεβλώνουμε την Ιστορία».

Αλλά και ο Pr. Dr. Ralph-Johannes Lilie γράφει στο βιβλίο του “ΒΥΖΑΝΖ”, ότι το Βυζάντιο αφενός αποτέλεσε το οχυρό της Ευρώπης έναντι του Ισλάμ, προστατεύοντας την κλασική αρχαία Ελληνική κληρονομιά, αφετέρου απετέλεσε πρότυπο για τα τοτε μεσαιωνικά κρατίδια της Ευρώπης, τα οποία σκοπό είχαν να το μιμηθούν και ακόμα να το ξεπεράσουν:

«Byzanz hat das werdende Abendland in fast alle Sparten des politischen und kulturellen Lebens tiefgreifend beeinflusst, nicht nur durch seine Verteidigung Europas gegen den Islam im 7. und 8. Jahrhundert oder durch seine Bewahrung des antikes Erbes, sondern ebenso und vielleicht noch mehr durch seine schiere Existenz: durch das Beispiel, das es den anderen Staaten gab, das Vorbild, dem man nacheiferte, und in hohen Mittelalter als Konkurrent, den man auszuschalten suchte.»

Η Κωνσταντινούπολη ήταν μακράν η μεγαλύτερη πόλη του μεσαίωνα, με πληθυσμό πού είχε αγγίξει το ένα εκατομμύριο, όταν η Ρώμη είχε εκατό χιλιάδες ενώ το Παρίσι και το Λονδίνο ήταν χωριά. Η βιοτεχνία ανθούσε κυρίως στην κατασκευή όπλων, χρυσών και ασημένιων κοσμημάτων, μεταξωτών ρούχων, αρωμάτων και σαπουνιών. Ήταν μία μεγαλούπολη με άψογο πολεοδομικό σχέδιο, υπόγεια αποχέτευση και ύδρευση, με δημόσιους χώρους για εκδηλώσεις, νοσοκομεία όπως ήταν αυτο του Παντοκράτορα, του Μοναχού Εφραίμ με 300 κλίνες, η «Βασιλειάδα» του Μ. Βασιλείου, το νοσοκομείο του Ιωάνου Χρυσοστομου, του Μαρκιανού, του Ιουστινιανού και του Λιβός, οι ξενώνες του Αγ. Παντελεήμονα, του Σαμψών, του Ευβούλου, της Αγ. Ειρήνης, το λεπροκομείο του Ζωτικού, ορφανοτροφεία και πτωχοκομεία.

Τούς δρόμους της βυζαντινής πρωτεύουσας κοσμούσαν εκατονταδες αγάλματα. Ξεχώριζαν τα αγάλματα του Ηρακλή, του Μεγάλου Κωνσταντίνου, του Ιουστινιανού, του Βουκολέοντος και η χάλκινη στήλη των φιδιών από τούς Δελφούς.

Η καθηγήτρια και πρύτανις της Σορβόνης Ελένη Γλυκάτζη – Αρβελερ περιγράφει τη Βασιλεύουσα:

«Η Κωνσταντινούπολη, αναμφισβήτητη εστία των ανώτερων ταξεων του έθνους, που δεν είναι πια αποκλειστικά στρατιωτικοί, υπαγορεύει όλες τις μορφές πνευματικής ζωής και δίνει τον τόνο σε όλες τις κοινωνικές και κοσμικές εκδηλώσεις. Διαλεγμένη για διαμονή από μια εκλεπτυσμένη κοινωνία, που επιδεικνύει τα πλούτη και την πολυτέλειά της, ακόμα και σε στιγμές εθνικών κινδύνων, αποκτά με τον καιρό τις διαστάσεις ενός πραγματικού θρύλου, που ξεπερνά γρήγορα τα βυζαντινά σύνορα. Η ομορφιά, η μεγαλοπρέπεια και προπαντός τα πλούτη της πόλης, κεντρίζουν τα πνεύματα των συγχρόνων, εξάπτουν την περιέργεια και προκαλούν το θαυμασμό και την έκσταση, αισθήματα που σε άλλους προκαλούν περηφάνια και συγκίνηση και σε άλλους απληστία και φθόνο.

Οι αυτοκράτορες διέμεναν σε δύο μεγαλα παλάτια, τα οποία αποτελούνταν από συγκροτηματα πολλών κτιρίων με απέραντους κήπους και όμορφες τοιχογραφίες ζωγραφισμενες στούς μαρμάρινους τοίχους. Το παλαιότερο ήταν το ανακτορο του «Βουκολέοντος» πού βρίσκονταν κοντα στον Ιππόδρομο και την Αγία Σοφία. Εκεί στο «Παλάτι της Μαγναύρας» είχε εγκαταστησει ο Λέων ο Μαθηματικός μηχανικές κατασκευές, με εντυπωσιακά διακοσμητικά και λειτουργικά στοιχεία. Σε περιγραφές πρεσβευτών σάν και αυτη του Λιουτπράνδου αναφέρεται ότι, ο αυτοκρατορικός θρόνος στη “Μαγναύρα” ανυψώνονταν με την άφιξη του επισκέπτη, ενώ βρισκόταν στη σκιά ενός ολόχρυσου πλάτανου, τα κλαδιά του οποίου ήταν γεμάτα από μηχανικά πουλιά, διακοσμημενα με πολύτιμους λίθους. Αυτα τα πουλιά κελαηδούσαν και έδιναν στον παρατηρητη την εντύπωση ότι πηδάνε από τον πλάτανο στο θρόνο και πάλι πίσω. Γύρω δε από τον κορμό του πλάτανου υπήρχαν ολόχρυσοι γρύπες και λέοντες που βρυχώνται. Με ένα νεύμα του αυτοκράτορα έμοιαζαν τα τεχνητα ζώα να ζωντανεύουν και να προκαλούν ήχους, συνοδευόμενα από μουσική οργάνων. Με ένα δεύτερο νεύμα ακολουθούσε σιωπή. Την ώρα που οι επισκέπτες αποχωρούσαν, άρχιζαν πάλι οι κινήσεις των ζώων, οι βρυχηθμοί των αρπακτικών και τα κελαηδήματα των πτηνών.

Οι Βυζαντινοί, ως απόγονοι των αλεξανδρινών και συνεχιστές των ελληνιστικών χρόνων είχαν γνώσεις μηχανικής, μαθηματικών, χημείας και φυσικής και έτσι εξηγούνται οι κατασκευές πού βρίσκονταν στο παλάτι και στηρίζονταν στην υδροδυναμική και την αεροδυναμική, έτσι εξηγείται η κατασκευή των μεγαλύτερων τότε κτιρίων, όπως ήταν οι ναοί με τη χρήση του τρούλου. Τρανό παράδειγμα ο ναός της “Του Θεού Αγίας Σοφίας”, ο οποίος κατασκευάστηκε εντός πέντε ετών και ο οποίος είναι το παλαιότερο εν ενεργεία κλειστό κτίριο. Ετσι εξηγούνται οι κατασκευές γεφυρών, οι κατασκευές πλακόστρωτων δρόμων (καλλιδρόμια – καλντερίμια στα τούρκικα) πού ένωναν πόλεις σε εκατονταδες χιλιόμετρα απόσταση, οι κατασκευές συστημάτων ύδρευσης, συστημάτων επικοινωνίας με τις φρυκτωρίες (καμινοβίγλια) κ.ά.

Αξιοσημείωτο είναι το “Υγρόν πύρ”, το οποίο οι ξένοι το ονόμαζαν “Greek fire” (Ελληνικόν πύρ). Στα βυζαντινα χρόνια ανήκει και ένας πολύπλοκος υπολογιστης, αντίστοιχος του μηχανισμού των Αντικυθήρων, ο οποίος φέρει επάνω του χαραγμένα τα τοπωνύμια των γνωστών πόλεων τη βυζαντινής εποχής, τα γεωγραφικά πλάτη αυτών των πόλεων, συντομογραφίες για τα ονόματα των μηνών του ιουλιανού ημερολογίου, τα ονόματα ημερών κ.ά. Είναι γνωστο επίσης ότι στο Αυγουστείον, βρισκόταν το “Ωρολόγιον”, μηχανικό ρολόϊ, του οποίου καθεμία από τίς είκοσι τέσσερεις πόρτες άνοιγε την καταλληλη ώρα και το “Μίλιον”, μία στηλη από την οποία μετρούσαν τίς αποστασεις.

Μία άλλη επινόησις ήταν το “Ωρονόμιον”. Πρόκειται για ένα τηλεπικοινωνιακό σύστημα που προστάτευε το Βυζάντιο από Αραβικές επιδρομες. Το δίκτυο ήταν εξαπλωμενο στα βουνα της βυζαντινής Αυτοκρατορίας (Όλυμπο, Ταύρο και Αντίσταυρο). Το όλο σύστημα περιελάμβανε μια αλυσίδα από εννέα καμινοβίγλες, αρχής γενομενης από ένα σημείο στα βουνά του Ταύρου στην Κιλικία με καταληξη στην Κωνσταντινούπολη. Στην κάθε καμινοβίγλα υπήρχαν παρατηρητές επιφορτισμενοι κυρίως με την επί μονίμου βάσεως, παρακολούθηση του προηγούμενο φάρου στην αλυσίδα. Στα δυο άκρα της αλυσίδας των παρατηρητηρίων υπήρχε από ένα ρολόι. Αυτα ήταν ρυθμισμενα μεταξύ τους έτσι, ώστε όταν άναβε ο τελευταίος σταθμός, να εμφανίζεται στο ρολόι του Βυζαντίου το μήνυμα που στέλνονταν αφού στους δίσκους των ρολογιών ήταν χαραγμενα τα μηνύματα που μπορούσε να στέλνει το σύστημα.

Η Βυζαντινή διπλωματία σε συνδυασμό με τον υπέρμετρο πλούτο ήταν αυτη πού διατηρησε την ακεραιότητα της Ελληνικής Αυτοκρατορίας για δέκα αιώνες. O Κωνσταντίνος ο Η’, αδελφός του Βασιλείου του Βουλγαροκτονου, κατα τη διάρκεια της σύντομης βασιλείας του (1025-1028), εξαγόραζε τίς ειρηνευτικές συμφωνίες, ενώ ο Αλέξιος ο Α’ συμβούλευε τον γιό του, τον Ιωάννη να συσσωρεύει χρήμα μόνο και μόνο για να θέτει φραγμό στην όρεξη των όμορων εθνών. Το 967, όταν απειλούνταν η Αυτοκρατορία από τούς Βούλγαρους, ο αυτοκράτορας πλήρωσε τον Ρώσο πρίγκηπα Σβιατοσλάβ, για να επιτεθεί στον ενοχλητικό γείτονα τους, ενώ τον εχθρικό Βοημούνδο της Αντιοχείας τον προειδοποίησαν ότι οι γείτονές του έχουν ήδη πληρωθεί για τη γενναιότητα που θα επιδείξουν εναντίον του. Επίσης με πλούσια δώρα και με τιμητικές διακρίσεις και τίτλους έκλειναν συμμαχίες και σφράγιζαν φιλίες με ξένους ηγεμόνες. Ενδεικτικά αναφέρω ένα χρυσό στέμμα πού είχε δωρηθεί από τον Μιχαήλ Ζ’ Δούκα στον βασιλιά Γκέζα Α΄ της Ουγγαρίας και τη λειψανοθήκη πού σταλθηκε στον ʼγγλο βασιλιά Εδουάρδο τον Εξομολογητη (1042-1066). Ομοίως  έπεισαν τούς Πετσενέγκους να κλείσουν ειρήνη μοιράζοντας όχι μόνο πολυτελή δώρα και μεταξωτά υφάσματα αλλά και αυτοκρατορικούς τίτλους και οφίκια…………

Σημ.: Λόγω όγκου το αφιέρωμα στις Α’ Σταυροφορίες θα ολοκληρωθεί σε 5 μέρη

πηγή:από το εξαιρετικό ιστολόγιο http://www.agiasofia.com

About these ads